Παχυσαρκία και ευαισθησία στις γεύσεις

varos_kai_gefsi

Είναι γεγονός ότι η παχυσαρκία έχει συνδεθεί μέσω επιστημονικών ερευνών με τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου. Ωστόσο, νέες μελέτες κατέδειξαν και τη σχέση της με τη λειτουργία του γευστικού συστήματος, ανοίγοντας τον δρόμο για την περαιτέρω  διερεύνηση αυτής της συσχέτισης και για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.

Διαπιστώθηκε ότι τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα  έχουν μειωμένη ευαισθησία στην αναγνώριση των γεύσεων, γεγονός που εξηγεί την τάση τους να τρώνε μεγαλύτερες ποσότητες φαγητού, προκειμένου να αισθανθούν περισσότερο τη γεύση και να λάβουν ικανοποίηση από την τροφή. Η μεγαλύτερη κατανάλωση τροφής, όμως, οδηγεί με τη σειρά της σε μεγαλύτερη πρόσληψη θερμίδων και κατ’ επέκταση στην πρόσληψη περισσότερων κιλών, ενισχύοντας τον φαύλο κύκλο της παχυσαρκίας.

Σύμφωνα με Αυστραλούς ερευνητές εκτός από τις 5 γεύσεις, αλμυρό, ξινό, πικρό, γλυκό, πικάντικο υπάρχει και μία έκτη, το λίπος. Καταδείχθηκε ότι υπέρβαρα άτομα είχαν μικρότερη ευαισθησία στην αναγνώριση αυτής της «λιπαρής» γεύσης, με αποτέλεσμα να αναζητούν μεγαλύτερες ποσότητες.

Αντιθέτως, άτομα με χαμηλό Δείκτη Μάζας Σώματος είχαν μεγαλύτερη ευαισθησία στο γλυκό και εξαιτίας αυτού προτιμούσαν να καταναλώνουν λιγότερο λιπαρά τρόφιμα.

Οι γευστικοί κάλυκες οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την αναγνώριση των γεύσεων έχει αποδειχθεί ότι δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους. Έρευνα σε παιδιά ηλικίας 6-18 ετών που υποβλήθηκαν σε γευστικά τεστ αναγνώρισης των 5 γεύσεων κατέδειξε μεταξύ άλλων ότι τα παχουλά παιδιά ήταν εκείνα που εμφάνισαν μεγαλύτερη δυσκολία στην αναγνώριση των διαφορετικών γεύσεων. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τη διάκριση των γεύσεων εμφάνισαν σε κλίμακα του 20  ποσοστό  12,6 σε σύγκριση με τα παιδιά φυσιολογικού βάρους που κατά μέσο όρο είχαν πάνω από 14.

Τα αποτελέσματα των μέχρι τώρα ερευνών αφορούσαν άτομα υπέρβαρα ή παχύσαρκα και την εξασθενημένη ευαισθησία τους στην αναγνώριση των διαφόρων γεύσεων. Νέα μελέτη, όμως, διερεύνησε ειδικότερα τον ρόλο της γλώσσας στους παχύσαρκους και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα κύτταρα υποδοχείς των γεύσεων επηρεάζονται από την παχυσαρκία και ότι η παχυσαρκία διαφοροποιεί τον τρόπο που αντιδράει η γλώσσα στις γεύσεις  και ιδιαίτερα στο γλυκό. Βάσει αυτής της μελέτης τα παχύσαρκα άτομα είναι αυτά που παρουσιάζουν μικρότερη ευαισθησία στη γλυκιά γεύση και γι’ αυτό τον λόγο επιλέγουν πιο γλυκά τρόφιμα με περισσότερες θερμίδες. Αυτό ενδεχομένως να συνδέεται άμεσα και με την αύξηση του σωματικού τους  βάρους.

Ο Αμερικανός Ρόμπιν Νταντο, επίκουρος καθηγητής Διατροφικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης, διαπίστωσε από τη διεξαγωγή της έρευνάς του ότι τα άτομα με μειωμένη ευαισθησία στο γλυκό, κατανάλωναν τροφές που περιείχαν περισσότερη ζάχαρη.

Η μελέτη του σε εθελοντές αφορούσε την προσωρινή εξασθένιση των γευστικών απολήξεων και πιο συγκεκριμένα της γλυκιάς γεύσης. Αυτό επετεύχθη μέσω ενός βοτάνου που μπλόκαρε τους υποδοχείς της γλυκιάς γεύσης. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να δοκιμάσουν τροφές με διαφορετική περιεκτικότητα σε ζάχαρη.  Όσοι είχαν εξασθενημένη γεύση προτίμησαν να καταναλώσουν φαγητά με περισσότερη συγκέντρωση γλυκαντικών ουσιών.

Ίσως το εύρημα αυτό να συνδέεται και με ευρήματα παλαιότερων ερευνών που είχαν δείξει ότι τα υπέρβαρα άτομα σε σύγκριση με εκείνα που έχουν φυσιολογικό βάρος αναζητούν περισσότερο τις γλυκές τροφές.

Δεδομένου ότι η γεύση είναι αυτή που καθορίζει και την όρεξη γίνεται κατανοητό πόσο σημαντικά είναι τα παραπάνω ευρήματα. Η αδυναμία ανίχνευσης των διαφόρων γεύσεων και ιδιαίτερα του γλυκού μπορεί να τροφοδοτεί την πρόσληψη κιλών και την αύξηση του βάρους έχοντας ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη της νόσου της παχυσαρκίας.

Όλα τα παραπάνω ευρήματα μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τη νόσο της παχυσαρκίας και να συνειδητοποιήσουμε τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσουν οι γευστικές διαταραχές στην πρόσληψη βάρους.